τοξοθήκη


τοξοθήκη
η, Ν
θήκη τόξου ή βελών, φαρέτρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τόξον + θήκη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τοξοθήκη — bowcase fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξοθήκην — τοξοθήκη bowcase fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CORYTOS — apud Papinium Statium, l. 4. Theb. v. 269. trux laevâ sonat arcus et aspera plunus Terga, Cydonaea corytos arundine pulsat: pro pharetra, uti capit Lutatius. Et sic Maro, l. 10. Aen. v. 169. Coritique leves humeris, et letifer arcus. Alias theca… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • θήκη — η (ΑΜ θήκη) 1. σκεύος, κιβώτιο ή κουτί μέσα στο οποίο τοποθετείται κάτι για φύλαξη 2. επίμηκες περίβλημα από δέρμα, μέταλλο, ξύλο ή χαρτόνι στο οποίο μπαίνει η κοπίδα ξίφους ή μαχαιριού, θηκάρι («βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην») 3. σκληρό… …   Dictionary of Greek

  • συβήνη — ἡ, Α 1. θήκη αυλού 2. (κατά τον Ησύχ.) α) «συβήνη τοξοθήκη» β) «συβήνη ναυτικός χιτών». [ΕΤΥΜΟΛ. Τόσο η σημ. τής λ. (πρβλ. τόξον) όσο και η μορφή της (πρβλ. σαγήνη) οδηγούν στην υπόθεση ότι πρόκειται για δάνεια λ.] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.